Για να δείτε την πλήρη έκδοση της ιστοσελίδας, παρακαλώ κατεβάστε την τελευταία έκδοση του flash player κάνοντας click στο παρακάτω εικονίδιο.
Πρόκειται για ένα είδος παράστασης, που δεν μοιάζει με το θέατρο που έχουμε συνηθίσει όταν παίζεται κάποιο συγκεκριμένο έργο. Το χαρακτηριστικό του είναι ότι λειτουργεί διαφορετικά από τη λογική και την ψυχαγωγία που προσφέρει ένα θέαμα στο οποίο το κοινό τοποθετείται ως «δέκτης» της οποιασδήποτε σκηνικής δράσης.
Στην ιδιότυπη αυτή μορφή αλληλεπιδραστικής θεατρικής πράξης, η παράσταση συν-δημιουργείται αυτοσχεδιαστικά και άμεσα από θεατές και ηθοποιούς με βάση "υλικό" που διαθέτει το ίδιο το κοινό: ιστορίες, όνειρα, στιγμές, προσδοκίες, μικρά και μεγάλα γεγονότα της καθημερινής ζωής, ζητήματα που μπορεί όλους να μας αφορούν αλλά δεν παύουν να βιώνονται από τον καθένα μας με ξεχωριστό τρόπο.
Οι αφηγήσεις αυτές ζωντανεύουν άμεσα, αυτοσχεδιαστικά στη σκηνή, με έντονες τελετουργικές διαδικασίες, χωρίς καμμία συνενόηση και προετοιμασία από τους ηθοποιούς. Το αποτέλεσμα είναι να παράγεται μιά βαθειά και πανίσχυρη εμπειρία, που πλουτίζει ηθοποιούς και θεατές τόσο μέσα στα όρια της "σκηνής" όσο και πέρα από αυτά.
Το PLAYBACK είναι ένα "θέατρο-δώρο", ένας ξεχωριστός χώρος όπου:
(α) τιμάται η μοναδικότητα και η πολυτιμότητα κάθε προσώπου, αλλά και
(β) προάγεται με εντελώς ιδιότυπο τρόπο η ανθρώπινη επαφή, καθώς σε κάθε παράσταση χτίζονται και δυναμώνονται μοναδικά οι μεταξύ μας συνδέσεις ως μέλη μιας κοινότητας.
Το αρχικό PLAYBACK θεατρικό σχήμα ιδρύθηκε το 1975 από τον Jonathan Fox. Ηταν μέρος των γενικότερων πειραματικών αναζητήσεων στον θεατρικό χώρο εκείνης της περιόδου. Το PLAYBACK μεταδόθηκε σε όλο τον κόσμο και σήμερα παίζεται σε πολλές χώρες (υπάρχουν περισσότερα από 200 σχήματα), με διαφορετικές γλώσσες, και σε διαφορετικά πλαίσια.
Το PLAYBACK λειτουργεί σε πολλές συνθήκες και με πολλούς στόχους, και μπορεί να είναι από μιά κοινή θεατρική εκδήλωση ως μιά επαγγελματική παροχή τόσο στον εργασιακό και εκπαιδευτικό χώρο, όσο και στο ευρύτερο κοινωνικό πεδίο.
Το PLAYBACK θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι με κάποιον τρόπο βρίσκεται ανάμεσα στον χώρο της ψυχολογίας και της τέχνης. Ωστόσο, μία PLAYBACK παράσταση ΔΕΝ είναι μιά ψυχοθεραπευτική συνάντηση. Είναι πάντα "παράσταση", ένας μοναδικός συνδυασμός ψυχοδραματικών τεχνικών και σκηνικής δράσης.
Το PLAYBACK Θέατρο προσδίδει ιδιαίτερη σημασία στούς κοινωνικούς παράγοντες της συνολικής εμπειρίας, οι οποίοι αλληλεπιδρούν με πολλούς τρόπους και σε διαφορετικά επίπεδα. Ετσι, φέρνει τη θεατρική πράξη και το ζήτημα της αυθόρμητης έκφρασης στην καθημερινή πραγματικότητα μιάς κοινότητας.
Αλλες κατευθύνσεις που επέδρασαν στη δημιουργία του PLAYBACK Θεάτρου είναι:
-η πλούσια παράδοση της προφορικής αφήγησης ιστοριών,
-παραδοσιακές τελετουργίες διάφορων κοινοτήτων, καθώς και
-το ψυχόδραμα του J.L.Moreno.
Αυθεντικότητα μέσα στον αυθορμητισμό της κάθε στιγμής είναι τα στοιχεία που υπάρχουν κάτω από οποιαδήποτε πρακτική που σχετίζεται με το PLAYBACK Θέατρο.
Το θεατρικό αυτό είδος αποσκοπεί στο να δημιουργήσει έναν χώρο όπου κάθε φωνή και κάθε ιστορία - όσο συνηθισμένες, ξεχωριστές, κρυμμένες ή δύσκολες και αν είναι - μπορούν να ακουστούν.
Τι συμβαίνει όμως σε μιά παράσταση PLAYBACK?
Κατ' αρχήν, ένα σχήμα PLAYBACK αποτελείται από 5-7 ηθοποιούς, έναν μουσικό, και τον συντονιστή, που είναι ο συνδετικός κρίκος του σχήματος με τους θεατές και υπεύθυνος για τη ροή της παράστασης.
Η παράσταση αποτελείται από διάφορα μέρη που κυλούν σε μία τελετουργική ατμόσφαιρα, και μπορεί να πραγματοποιείται με πολλούς τρόπους και παραλλαγές, ή ακόμη και να αναπτύσσεται ως προς μιά ορισμένη θεματολογία.
Ο πυρήνας της είναι η αφήγηση ιστοριών, στιγμιότυπων ή και ονείρων από τους θεατές, και η άμεση αυτοσχεδιαστική εκδραμάτισή τους από τους ηθοποιούς, βάσει ορισμένων τεχνικών.
Κάποιος από τους θεατές αφηγείται μία ιστορία ή κάποιο στιγμιότυπο της ζωής του, διαλέγει τους ηθοποιούς που προτιμά γιά τους διάφορους ρόλους, και παρακολουθεί την ιστορία του να "ανα-δημιουργείται" ("play-back") μπροστά του, χωρίς καμμιά προετοιμασία.
Το βασικότερο είναι ότι και η πιό απλή, καθημερινή ιστορία, καθώς ζωντανεύει, παύει να είναι μιά απλή σειρά γεγονότων και λέξεων. Μέσα από τους ηθοποιούς επανακτά συγκινησιακό υπόβαθρο, ή αν, ως αφήγηση, διέθετε ήδη τέτοια βάση, την τονίζει ακόμη περισσότερο.
Ο αφηγητής, βρίσκει (ή ξαναβρίσκει) το δικό του συναισθηματικό κομμάτι της ιστορίας, που συχνά είναι αποδυναμωμένο, ή επιλεκτικά φιλτραρισμένο. Η ιστορία δεν είναι πιά μιά νεκρή μνήμη στριμωγμένη σε έναν νοητικό μόνο χώρο λεκτικής έκφρασης.
Ευχάριστη ή δυσάρεστη, αποκτά διαστάσεις σε πολυδιάσταταβιωματικά επίπεδα, και ο αφηγητής έχει την ευκαιρία να της προσδώσει την ολότητα που θέλει εκείνη τη στιγμή, ως ένα πλήρες βίωμα του.